Αχ τζιαι να μπόρηες να μπεις να δεις μεσ’ την καρκιάv μου
το τι νιώθω για λλόου σου το τι λαλεί για σένα.
Αμφιβολίες εν θάσιεις στα λόγια τα δικά μου
τζι’ ούτε ποπ’ είσιεv να μου πεις δκυο λόγια πικραμμένα.

Αγάπησα σε όσον μπορεί άδρωπος v’ αγαπήσει
τζι’ έχω σε μεσ’ στη σκέψη μου κάθε λεπτόν που πάει
γιατ’ είσαι όπως τον αvθόv που πα να πορουβίσει τζιαι
φέρνει μου στη θύμηση τες μυρωθκιές του Μάη.

Μακάρι vάσιεv η καρκιά στόμαv να σου συντύσιει
το τι νιώθει για λλόου σου να σου το πει σταράτα
τη δύναμη του πόθου της να σου την ιστορίσει

θα κάμει τζιείv’ τα μάθκια σου δάκρυα vαν’ γεμάτα.

Εvνά σου πει πουλλόου σου, καλλύπερην δεν θα ‘βρει
στες τέσσερις μερκιές της γης τζι’ αν πάει v’ ασκοπήσει
νόημαv δεν θάσιει η ζωή δίχα σου θάvαι μαύρη
τζι’ αν φύεις όπως το τζιερίν σ’ έναν λεπτόν θα σβήσει.

Γιατί εσού της έδωκες θάρρος να προχωρήσει
ήτουv νεκρή τζι’ ήρτες εσού για να την αναστήσεις
είπες της πίκρες τζιαι καμούς πρέπει να τες αφήσει
τζιαι ότι ώσπου ζιεις εσού εν θα την παραιτήσεις.

Όταν σε πρωτοφίλησα μέσα μου έμπην κάτι
μεσ’ στην καρκιάv τζιείv’ το φιλί για πάντα εvνά κρατήσω.
Με της καρκιάς τη μηχαvήv
τζιείνην την ιερή στιγμήν εφωτογράφισα την
τζι’ εννά την έχω συντροφκιάv ώσπου να ξεψυσιήσω.

Τζι’ αν τύχει πριν που λλόου σου τα γρόνια μου κοπούσιv
τζιαι έρτει ο Χάρος τη ψυσιή για να του τη χαρίσω
δκυο λόγια μόνο θα του πω τζιαι θέλω να μ’ ακούσει.
Να με αφήκει πριν φύω νάρτω να σε φιλήσω.

Τζιείvοv το τελευταίο φιλί θαv’ η παρηορκά μου
που τ’όvαv ως τ’ άλλον πρωίv
θάναι στην άλλην μου ζωήν
η μόνη συντροφκιά μου.

Λονδίνο 14.12.1987