Της ειρήνης οι καμπάνες θέλουν να διπλοφατσιήσουν
μ’ έσιει πλάσματα στον κόσμον, που με πείσμαν προσπαθούν
να τους κλείσουσιν το στόμαν, να τες κάμουν να σιωπήσουν
τζι’ αντί που χαράν, για πένθος κάθε μέρα να χτυπούν.

Τζιείνος που το θέλει τούτον, εν ρεσπέρης του θανάτου
γεννημένος μεσ’ το ψέμαν, τζιαι μεσ’ στην παραποθκιάν.
Ένας πόλεμος, μια κρίση, εφκαρίστησιν διά του
θησαυρίζει που την άκραν, στου πολέμου την φωθκιάν.

Της ειρήνης την καμπάναν, αν την θέλουμεν να παίξει
τέθκοιον πλάσμαν που τον κόσμον πρέπει του να ξιληφτεί.
Αν ζητούμεντε στ’ αλήθκεια, άσπρη μέρα για να φέξει
εν πρέπει τουν’ του πλασμάτου, να του βάλλουμεντε φτίν.

Εν μπορώ να καταλάβω, γιατί πάσκουν με μανίαν
να ξοθκιάζουν τόσα ριάλια, πάνω στα ατομικά.
Να σκοτώννεται ο κόσμος, δίχως αφορμήν τζι’ αιτίαν
να πληγώνεται η ειρήνη τζιαι το μίσος να νικά.

Λονδίνο 25. 8. 1998