Εψές εγίνηκα πουλλίν
στον ύπνον μου τζι’ επήα
στα κατεχόμενα χωρκά
μα τσας τζι’ έφαα μασιερκάν
που τα κακά που εία.

Είδα χωρκά περίλυπα
είδα χωρκά κρουσμένα
πράματα πον’ φορεί ο νους
Οθωμανούς τζιαι Γρισκιανούς
με πρόσωπα θλιμμένα.

Είδα κλειστές τες εκκλησιές
τζιαι σπίθκια χαλασμένα
o φόος με καβαλλίτζιεψεν
τζι’ ο νους μου εταξίδεψεν
στ’ όμορφα περασμένα.

Οι περασμένοι οι τζιαιροί
που ήτουν άλλον πράμαν
εν τζι’ ήτουν πράματα κρυφά
ο Γιώρκος με τον Μουσταφάν
πως πίννασιν αντάμαν.

Μεν ρωτάτε ποιοί εν που φταί­σιν
τζιαι ποιές οι αφορμές
τώρα ήρτασιν κουβαλητοί
συρματοπλέγματα, στρατοί
τζιαι πράσινες γραμμές.

Εκαμα χειραψίαν θερμήν με τον Αλήν
είδε με λυπημένα
με μάθκια δακρυσμένα
έσουζεν τζιεφαλήν.

Τον πόνον εν που δκιέβασα
στα μάθκια του π’ εμίλαν
ελάλεν μου τι φταίω εγιώ
τζι’ οι δκυό έχουμεν κοινόν εχθρόν
τον βάρβαρον Ατίλλαν.

Τζιείνος εν π’ εκατέβηκεν
σαν τη μαύρην κατάραν
τζι’ έγιναν οι ξεσπιτωμοί
τζι’ αντιλαλούσιν οι καμοί
που δάξω ως την Καντάραν.

Πε μου ποιος γνήσιος Κύπριος
εν πον’ θ’ αναστενάξει
Καρπάσιν σου, Καρπάσιν μου
ο πόλεμος καρτάσιη μου
είναι δκιαόλου πράξη.

Λοvδίvο 4. 7. 1995