Ζιει μέσα στον καταυλισμόν ο Στέλιος του Φισέντζου
κλαίει τον Άην Ντρόνικον το όμορφον χωρκόν του.
Οι ισχυροί τουν’ του ντουνιά με τον καμόν του παίζουν
τζι’ οι στιγμές του εγκλωβισμού ζιουν μέσα στο μυαλόν του.

Μπορεί να κάμνει πως γελά, όμως εν λυπημένος
έσιει πληγές που εν λαλούν εύκολα για να κλείσουν.
Τα βάσανα που τράβησεν π’ είταν εγκλωβισμένος
εν μολυφκιές μεσ’ στην καρκιάν που δεν λαλούν να σβήσουν.

Υποσχέσεις του εδώκαν, ότι έσσω του θα πάει
τζιαι παν’ τα γρόνια τζι’ έρκουνται τζι’ η προσφυγιά τσιλλά τον.
Εμάθαν οι πολιτικοί περίτου ποιος θα φάει
το μόνον που σκοτίζουνται νάχουν πουντζιήν γεμάτον.

Ο ένας χτίζει τρίπατα, τζι’ άλλος ξενοδοχεία
τζι’ ας λαώννεται ο πρόσφυγας να καρτερά τη λύση.
Εμάθαν στα χαζίρικα τζιαι στην αχορταγίαν
τζιαι του φτωχού του πρόσφυγα το δάκρυν ας στραντζιήσει.

Τότες π’ εξέβην πρόσφυγας τζι’ έζιεν μεσ’ στα τσιατίρκα
ενόμιζεν που τον καμόν πως είσιεν να τσακρίσει.
Επρόσεξεν πως που ποδά περνούσιν τα χαττήρκα
τζιαι για να κάμει κάτι τι, έπρεπεν να ταϊσει.

Χαλίτικα στους πρόσφυγες είπασιν για να δώσουν
πολλούς εδώκασιν πολλά τζι’ άλλους ούτε παθκιάν.
Εδκιούσαν τζιεί που θέλασιν για να τους ποστομώσουν
τζιαι του Στυλλή εμπήαν του μασιέριν στην καρκιάν.

Τα χαττήρκα τζιαι τα μέσα εν παιθκιά του σατανά
τζι’ ο φτωχός που δεν τα έσιει εν γραφτόν του ν’ αδικείται.
Είπα το τζιαι το τονίζω, τζιαι λαλώ το αλλαξανά
πως υπάρχει δικαιοσύνη του Στυλλή μεν ξαναπείτε.

Λονδίνο 13. 8. 1998