Πασ’ στου στενού μου την γωνι ά
στες λάσπες ξαπλωμένος
ξανάβραν πάλε την αυκήν
τον γείτοναν μου τον Γιωρκήν
στουππίν ναν’ μεθυσμένος.

Που τον τζιαιρόν που επιάσασιν
οι Τούρτζιοι το χωρκόν του
παίρνουν τον έσσω σηκωτόν
γιατί γυρεύκει με ποτόν
να διώξει τον καμόν του.

Μεθύστακας κατάντησεν
τζι’ όπου φτάσει τζιοιμάται
ξοθκιάζει όσα ριάλια πιάννει
πίννει τζι’ αντί να ξηάννει
παραπάνω αθθυμάται.

Πολλά μεάλος ο καμός
π’ έσιει μεσ’ την καρκιάν του
έφτασεν σε έτσι χάλια
μα εν τζιαι σκέφτεται τα ριάλια
κλαίει μόνον τα παιθκιά του.

Για τζιείνα που δεν έφτασεν
στέφανα να φιλήσει
π’ αδικοσκοτωθήκασιν
τζιαι μόνον του τον ‘φήκασιν
να ζιει μεσ’ το μεθύσιν.

Κάποτες μέσα στο χωρκόν
του φκάλλαν το καππέλλον
τωρά κάθεται μόνος του
τζι’ εν βαρετός ο πόνος του
πίνν’ έναν καρατέλλον.

Τα όνειρα του εσβηστήκασιν
πήαν ούλλα τ’ ανέμου
τωρά ζιει μόνος του ο φτωχός
μα τούτα είναι δυστυχώς
τα χάλια του πολέμου.

Λονδίνο 26.11 .1 974