Εψές εγκαταλείψαν με οι σκέψεις τζι’ η καρκιά μου
ελάλουν έννεν δυνατόν
μ’ επήρασιν περίπατον
στα πατρογονικά μου.

Στους τόπους που πρωτ’ άμπλεψα το φως των αμμαθκιών μου
επήα τζι’ επερπάτησα
τζειαμαί που πρωτοπάτησαν
οι φτέρνες των ποθκιών μου.

Μόρφου, Τζιερύνεια, Βατυλή,
Καρπάσια τζιαι Κυθρέα
οι πέτρες τζιαι τα χώματα
εφτύς εκάμαν στόματα
τζιαι με καμόν εκλαίαν.

Εκλαίαν τζι’ εφωνάζασιν, αδέρκια καρτερούμεν
κάμετε κάτι που ποτζιεί
να πκιούμεντε νερόν γλυτζιήν
να πολευτερωθούμεν.

Να ξανάρτουν στην Κύπρον μας
χαρούμενες στιγμές
οι πρόσφυγες να στραφούσιν
τζιαι πέρκι ξηλειφτούσιν
οι πράσινες γραμμές.

Ο κάθε αγνοούμενος έσσω του να γυρίσει
να φύει ο τούρτζιηκος στρατός
τζι’ ο καμένος Πενταδάχτυλος
να ξαναπρασινίσει.

Ούλλοι οι αγνοούμενοι πουλλόου
μας περιμένουν
τούτα δεν εν ιστορίες
είναι οι επιθυμίες κάθε εγκλωβι­ σμένου.

Λονδίνο 5.7.1995