Εν τζι’ εν έναν, εν τζι’ εν δυο, τα γρόνια εν κοσπέντε
με δεήσεις εις την Παναγιάν
αμούστατζιοι στην προσφυγιάν
τζιαι εγεράσαμεντε.

Οι μιάλοι ούλλοι τάσσουν μας φούρνους με ποξαμάθκια
παίζουν με την ελπίδαν μας
τζιαι η φτωσιή πατρίδα μας
ακόμα εν δκυο κομμάθκια.

Η μάνα του αγνοούμενου κλαίει τζιαι υποφέρει
άπραχτοι ούλλοι μεινήσκουσιν
τζιαι λύσιν δεν ηβρίσκουσιν
γιατί εν τους συφφέρει.

Το Συμβούλιον Ασφαλείας κάμνει σιήλιες αρωτήσεις
λαλούσιν πως σκληρά δουλεύκουν
μα εν που λλόου μας που γυρεύκουν
πάντα τες υποχωρήσεις.

Για κοσπέντε τόσα γρόνια στέκει ο πέλλενος βραμός
οι πρόσφυγες εβαρεθήκαν
λαλούν πως άδικα χαθήκαν
ο Ισαάκ τζι’ ο Σολωμός.

Σήμμερα οι πολιτικοί μας πίννουσιν νερόν του Δρόπη
κάμνουν ότι προσπαθούσιν
μα το μόνον που θωρούσιν
εν πως εννά μπουν μεσ’ την Ευρώπην.

Κάμνουν με τζιαι καρκιοσπάζω, μα την πίστην του Γριστού
την φωνήν σου μεν υψώσεις
μεν κάμεις διαδηλώσεις
γιατί οι Ευρωπαίοι θα αγκριστούν.

Όσοι θαρκούνται η Ευρώπη πως θα διώξει τον Απίλαν
θα σκέφτουνται μ’ αφηρημάδαν
τζιαι κατέχουν εξυπνάδαν
όσην έσιει μια καμήλα.

Λονδίνο 20.7.1999