Πάνω στην πράσινη γραμμήν έσιει κοσπέντε γρόνους
ένας γέρος ασπρομάλλης μιαν φωτογραφίαν κρατά
πάνω στην ράσιην κουβαλεί της προσφυγιάς τους πόνους
για το χαμένον του παιδίν, τον καθ’ έναν ρωτά.

Μεσ’ το εβδομηντατέσσερα πασ’ τον ανθόν της νειότης
επκιάστηκεν αιχμάλωτος από τον εισβολέα
είτουν δεκαοχτώ γρονών τζι’ επήεν στρατιώτης
τζι’ έσιει που τότες, ο τζιύρης του που δεν άκουσεν νέα.

Με τσακκισμένην την καρκιάν, μα όη την ελπίδαν
η μάνα του στην προσφυγιά τζι’ ο Χάρος να της νέφκει
όσον κόσμον ρωτήσασιν, τον γιον τους εν τον είδαν
τζι’ ο γέρος ασταμάτητα, τον γιον του να γυρέφκει.

Άμμα θωρείς τον τόπον σου στα δκυο ναν’ χωρισμένος
τζι’ η σκέψη τ’ αγνοούμενου τα σωθικά σου σιήζει
να μεν ηξέρεις αν ηζιεί, ή αν εν σκοτωμένος
σκεφτείτε το, τζιαι πέτε μου, τούτ’ η ζωή ήντ’ αξίζει;

Τ’ ανθρώπινα δικαιώματα πέτε μου ήντ’ αξίζουν
άμμαν εν φυλακισμένη πα’ στη γην η ελευθερία
σαν σου στερούν το δίκαιον τζιαι την καρκιάν σου σιήζουν
τσας τζιαι φκάλλεις στο νερόν, τρύπες με την αρίαν…

Λονδίνο 21.7.1999