Σ’ ένα στενό, μια γειτονιά δκυό σπίθκια κολλημένα
εγεννηθήκαν δκυό μιτσιοί
το έναν Ρωμιούιν, το άλλον Τουρτζιήν
ζιούσαν αγαπημένα.

Ο ένας πιστέφκει στον Αλλ.άχ τζι’ ο άλλος στον Γριστόν
τζιαι της φιλίας η ομορκιά
ήτουν βαθκιά μες την καρκιά
σπίτι πετρόχrιστον.

Εζιούσασιν αχώριστοι, όπου τζιαι να τους χάσεις
ως τζιαι την ώρα που ήτουν να φαν
έθελεν τζιαι τον Μουσταφά
να φάει ο Αθανάσης.

Μα το ‘7 4 ήρτεν φουρτούνα μιάλη
τζ’ εβρέθηκεν ο σατανάς το σιέριν του να βάλει
έπεψεν άκαρτον στρατόν, μιτσιοί τζαι μιάλοι κλαίσιν
τζιαι τη φιλία τους σαν το σιην έσιησεν την στη μέσην.

Τωρά ένας πέλλενος βραμός χωρίζει τους στην μέση
βάλλουν αντήλιον τζιαι θωρούν
τζιαι τον Θεόν τους αρωτούν
τούτος ο πέλλενος βραμός πότε εν πουν’ να ππέσει.

Πότε Θεέ μου; Πότε Αλλάχ; Τζι’ οι δκυό τους αρωτούσιν
πότε εννά λείψει ο καμός
να ππέσει ο πέλλενος βραμός
να ξαν’ ανταμωθούσιν.

Λονδίνο 3.2.1975