Έκαμα τον πόνον μου μελάνι
τζιαι χαρτίν την κάμνω την καρκιάν
για να γράψω την πικρήν ζωήν που κάμνει
ένας Ελληνας Κυπραίος στη ξενηθκιάν.

Τα μαράζια τζιαι οι πίκρες της πατρίδας
βασανίζουν κάθε μέρα το μυαλόν μου
τον Θεόν παρακαλώ να μ’ αξιώσει
να στραφώ με την υγείαν στο χωρκόν μου.

Μ’ αν μου τύχει μεσ’ τα ξένα τζιαι πεθάνω
εν θα τόθελα οι γνωστοί μου να με κλάψουν
μιαν χάρην τους ζητώ πολλά μεγάλην
στο χωρκόν μου να με πάρουν να με θάψουν.

Σαν συγκρίνω τες παλιές μου αναμνήσεις
την πατρίδαν πριν ο Τούρκος την μοιράσει
με τουν’ την ψεύτητζιη ζωή μέσα στα ξένα
η τζιεφαλή μου που τες σκέψεις εννά σπάσει
τζι’ η καρκιά μου αναζητά τα περασμένα.

Μα έτσι είναι η ζωή πολλοί λαλούν μου
με ψευκιές τζιαι αδικίες εν γεμάτη
έσιει αδρώπους που ευκαρίστησην το νιώθουν
να σε δουν νάσαι στου πόνου το κρεββάτι.

Μα έτσι ζωήν τι να την κάμουμεν αέρκια
που του νησιού μας κλέφτουσιν την ομορκιάν
εννάν καλλύττερα νάμαστεν πεθαμμένοι
παρά στα ξένα σαν κουπάδιν ξανισμένοι
τζιαι να μας κρούζει της πατρίδας η φωθκιά.

Λονδίνο 12.12.1987