(Ποιητικός διάλογος)

Πετρής:
Είδα στην εφημερίδα κύριε να διαφημίζεις
Πως επιχείρησιν αρκέφκεις
τζιαι υπάλληλους γυρέφκεις
που να κόφκει το μυαλόν τους, όπως κόφκει μια λεπίδα.

Μάστρος:
Θέλω τον υπάλληλον μου, νάσιει νουν σαν το ξιουράφιν
εξυπνάδα, τζιαι σβελτάδα ναν’ τα κύρια του προσόντα
να πουλεί στο άψε σβύσε τα δικά μου προϊόντα
να μεν μεινήσκουν εις το ράφιν.

Πετρής:
Τζιαι ήνταν τουν’ τα προϊόντα που με θέλεις να πουλώ
όη να με παρεξηγήσεις
μα πρέπει να μου εξηγήσεις
πρώτα σε παρακαλώ.

Μάστρος:
Είναι κάτι εργαλεία που σε κάμνουν δυνατόν
πιάστα τζι’ έννα μ’ αθθυμάσαι
όμμα τάσιεις εν φοάσαι
να τα βάλεις με στρατόν.

Πετρής:
Δηλαδή, ήντα εργαλεία, εν ακριβά οξά εν φτηνά;
Ξέρω θέλεις να πουλήσεις
μα μπορείς να μου εξηγήσεις
να μου το κάμεις πιο λιανά;

Μάστρος:
Σφαίρες, όπλα, τζιαι πυραύλους, εχ’ εγιώ ό,τι μου ζητήσεις
που όμμα τ’ έσιεις στο πλευρό σου
θα μπορείς τον εαυτό σου
πάντα να υπερασπίσεις.

Πετρής:
Δηλαδή με λλία λόγια εργαλεία του σατανά
κάμνεις όπλα να σκοτώνεις
να χαλάς να ξεσπιτώνεις
τζιαι ν’ αφήνεις ορφανά.

Μάστρος:
Αμμα σ’ απειλούν καπάλιν τ’ όπλον θα σου γρειαστεί
μεν θωρείς έτσι το πράμαν
η ορφάνια τζιαι το κλάμαν
θέλουν υπερασπιστήν.

Πετρής:
Να σκοτώσω την ειρήνην θέλεις με εις τον ντουνιάν;
Όπλα θέλεις να πουλήσω
τον φτωχόν να καταντήσω
άκαρτον μα τζιαι φονιάν.

Μάστρος:
Συμπεράσματα να φκάλεις εν πρέπει να βιαστείς
όταν κάποιος σε μουντάρει
τζι’ ότι έσιει σου τα πάρει
πως θα υπερασπιστείς;

Τον καταχrητήν πως φκάλλεις έξω που τον τόπον σου
που ό,τι έσιεις έπιασεν τα
τζιαι δικά του έκαμεν τα
μάλια, σπίθκια, κόπον σου.

Πετρής:
Δηλαδή με λλία λόγια, άκαρτος θέλεις να γινώ
τον ρεσπέρην του θανάτου
που τσακκώννομαι μητά του
να γινώ εγιώ σαν τζιείνον.

Μάστρος:
Μα με τ’ όπλα τζιαι τες σφαίρες, κάμνεις ριάλια καρατέλλον
Κύριον παντού λαλούν σε
όπου πάεις σιαιρετούν σε
φκάλλουν σου τζιαι το καπέλλον.

Πετρής:
Έτσι ριάλια εν τα θέλω θάνατον μυρίζουσιν
τζιαι μπροστά που την ειρήνην τίποτ’ εν αξίζουσιν.
Έναν Πράμαν εν που θέλω με ειλικρίνειαν ν’ αρωτήσω
άμμα κλέψω τζιαι σκοτώσω
τζι’ ύστερα ριάλια πίσω;

Μάστρος:
Τη ζωήν που εννά πάρω, μπόρω να τη δώκω πίσω;
Μπορώ με λεφτά να δώσω τη χαρά σε ορφανόν
που μ’ όπλον τους γονιούς του έπεψα στον ουρανό;
Μου λαλείς πως εννά διώξω μ’ όπλα τον καταχτητήν
μ’ αμμέν τα ‘καμνες εσού, εν είσιεν να τα κρατεί.

Με τη γλύκαν του θανάτου εσού πάσκεις ν’ αρκοντήνεις
κόψε το πιον τζιαι κανεί σε
γιατί στην αλήθκειαν είσαι
ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

Λονδίνο 12.6.1976