Πας στα σκαλιά μιας εκκλησιάς ξανάστησεν καρτέριν
έναν γερούϊν π’ έχασεν το φως των αμμαθκιών του
τζιαι μιαν βοήθεια ζητά με το κουππίν στο σιέριν
να πάρει έσσω κάτι-τι να ώκει των αγγονιών του.

Στον πόλεμον χαθήκασιν η νύφη του τζι’ ο γυιος του
τρία ορφανά έσιει συντροφκιάν
τζιαι τώρα πας στα γεραθκιά
έχασεν τζιαι το φως του.

Μίαν βοήθειαν γρισκιανοί, κάμετε για τ’ αγγόνια
καθ’ ένας σας ό,τι μπορεί
τζι’ ο Πλάστης μου που σας θωρεί
να σας πιντώννει γρόνια.

Μα έσιει τζιαι κόσμον άκαρτον, που τον κατηορά
τζιαι λαλούν του κάθε λλίον
δώστα σ’ ορφανοτροφείον
τζιείν’ τα τρία τα μωρά.

Τζιείνοι που τον κατηορούν, που τη ζωή δεν ξέρουν
δεν καταλάβουσιν τωρά
πως ότι εν τζιείνα τα μωρά
που δκιούν ζωή του γέρου.

Μ’ ας όψεται ο πόλεμος που κάμνει έτσι τη ζήσην
ο πλούσιος πάντα ταγιαντά
μ’ εν ο φτωχός που καταντά
να φκει να δκιακονήσει.

Golders Green, 27.10.1975