Ένα εικοσιτετράχρονο αγόρι καθισμένο
μεσ’ του σπιτιού του το σαλόνι σιωπηλό
από τες σκέψεις, το μυαλό του κουρασμένο
για του πατέρα του τον άδικο χαμό.

Του είπαν πως χάθηκε στη βράση του πολέμου
μαζί με άλλους χωρκανούς και συγγενείς
το όνομα του στα χαρτιά αγνοουμένου
μια πληροφόρηση δεν του έδωσε κανείς.

Βλέπει τη μάνα του στα μαύρα ναν’ ντυμένη
μα δεν τον βγάζουνε ποτέ από την σκέψη
έχει κουράγιο, και αντοχή να περιμένει
πως κάποια μέρα ο πατέρας θα γυρίσει.

Σ αν καρτερά ένας τυφλός νάρθει το φως του
και ένας παράλυτος να ξαναπερπατήσει
σαν τη λαμπάδα στην ελπίδα ο καημός του
τον βεβαιώνει ο πατέρας θα γυρίσει.

Λονδίνο 18.7.1992