Μόρφου που μουσκομυρίζεις ανθούς της λεμονιάς
που όπως τη νύφην έστεκες, στα κάτασπρα ντυμένη
σε προσφυγιάς την φορεσιάν, σ’ εντυσεν ο φονιάς
στέκεις τωρά σιωπητή, τζιαι καταλυπημένη.

Ούλλοι Μορφίτες όπου τζι’ αν ένει, όσα γρόνια τζιαι να ρέξουν
έχουν τον πόθον στην καρκιάν, με την ελπίδαν ζιούσιν
τζι’ αν στεγνώσαν τα δάκρυα, σφίγγουν καρκιάν ν’ αντέξουν
στα Ιερά σου χώματα Μόρφου μου εν να στραφούσιν.

Της σκλαφκιάς οι αλυσίδες κάποτε εν να κοπούσιν
τα πεζούνια της ειρήνης, εν ν’ αννοίξουσιν φτερά
οι Μορφίτες εις την Μόρφου, με σημαίες θα στραφούσιν
με το γέλιον εις τα σιείλη, στην καρκιάν τους τη χαρά.

Αη-Μάμα καρτερούμεν, την καμπάνα σου να παίξει
που αδίκως τόσα γρόνια έμεινεν σιωπητή.
Της ελευθερίας στεφάνια κάθε Μορφιτού θα μπλέξει
τζιαι να παν’ ποτζείπε πούρταν ούλλοι οι κουβαλητοί.

Turnpike Lane, London, 12.10.1993