Όσους τόπους εγύρισα, όσα χωρκά τζι’ αν είδα
δεν ήβρα ομορφόπερον από την Καλοψίδα.
Σκέψη πολλή δεν χρειάζεται κανένας να συγκόψει
πως τ’ όνομαν το επήρεν από τη λέξην καλή όψη.

Σαν μπαίννεις μέσα στο χωρκόν, οι σκέψεις σου οι πρώτες
είτουν η φιλοξενία που δείγνουν ο Καλοψιθκιώτες
για μας πούμαστεν ξενηθκιάν, εν ριζωμένες στην καρκιάν
η αγάπη για πατρίδα
τα ιερά μας χώματα, η όμορφη Καλοψίδα.

Ελάτε με τη σκέψη μας να κάμουμεν μιαν βόλτα
γιατί η ψυσιή μας πεθυμά
στης Καλοψίδας τα στενά
να ζήσουμεν σαν πρώτα.

Που της Μεσαρκάς τον κάμπον αρκέφκω δίχως να ξαρκώ
κοπιάστε ούλλοι στην πορεία
με του Κούνελλου τα λεωφορεία
να ξαναμπούμεν στο χωρκόν.

Έλα τζιαι που συγκίνηση, άεις την ψυσιήν να τρέμει
δεξιά βρίσκουμεν τον καφενέν του Γιάννη
τζιαι δεξιά του Γαβρηλιά τζιαι του Αρτέμη.

Την εκκλησιάν τ’ Άη Προδρόμου βρίσκεις άμμο προχωρήσεις
τζιαι τζειαμέ εν που ξυπνούσιν, στην καρκιάν οι αναμνήσεις.
Τζιαι αν μας ήβραν συφφορές σαν κοφτερή λεπίδα
δείξαμεν θάρρος τζι’ αντοχές
μέσα μας ζιούν οι περιοχές
τζιεικά’ στην Καλοψίδα.

Έφκα τζιει πας στον Τράχωνα, να δεις την Μεσαρκάν
να βλέπεις ολοκάθαρα, τριγύρω τα χωρκά
δκιώξε μόνο για έναν λεπτόν, της προσφυγιάς σκοτούρες
τζιαι φέρε στη σκέψη σου τες περιοχές
Βασιλιτζιά, Κονιά, τζιαι τες Παλλούρες.

Δεν πρέπει δευτερόλεπτον για να μας φύει η ελπίδα
πως εν ν’ αξιωθούμεν
για να ξαναβρεθούμεν
πίσω στην Καλοψίδα.

Έφκα τζιει πας στον Τράχωνα, να δεις την Μεσαρκάν
να βλέπεις ολοκάθαρα, τριγύρω τα χωρκά
δκιώξε μόνο για έναν λεπτόν, της προσφυγιάς σκοτούρες
τζιαι φέρε στη σκέψη σου τες περιοχές
Βασιλιτζιά, Κονιά, τζιαι τες Παλλούρες.

Δεν πρέπει δευτερόλεπτον για να μας φύει η ελπίδα
πως εν ν’ αξιωθούμεν
για να ξαναβρεθούμεν
πίσω στην Καλοψίδα.

Να αθθυμηθούμεν τα ονόματα του κάθε χωρκανού
τον Κάπον, το Λαούην, τον Λόφτην τον Καραολή
τζιαι τον Γιαννήν του Σαρατζιηνού.
Στη θύμηση σας προσπαθώ να φέρω όσους ημπορώ
τον Λήξην, τον Βήχχα, τζιαι Τσιεντήρη
τον Χατζιήκκην τζιαι τον Φκιώρον.

Τζιαι αν που τούτους φίλοι μου ορισμένοι δεν ηζιούσιν
εν κουρπάτζιην οι φωνές μας
τζιαι που μέσα στες καρκιές μας
δεν πρόκειται να ξεβούσιν.

Γιατί κάτι που ποτίστην με δρώμα τζιαι με γαίμαν
ας το βάλουν στο μυαλό τους
τζι’ ας λαλούν πως εν δικό τους
ξέρουν το πως ζιούν με ψέμα.

Τζι’ αν προσφυγιά μας πότισε της πίκρας τα ποτήρκα
το ηθικόν δεν ετσακκίστην
ούτε η φιλοξενία εφαραντζιήστην
κόμα τζιαι μέσα στα τσιατήρκα.

Ξανήσαν μας, όπως τ’ αρνιά, μας πότισαν φαρμάκιν
μεσ’ στους σιειμώνες, τζιαι λιοπύρκα
εκλείσαν μας μεσ’ τα τσιατήρκα
στης Άχνας το δασάκι.
Δεν φκαίννουσιν που την καρκιάν, ούτε που το μυαλό μας
το μήνυμαν εν καθαρόν
πρέπει του γρόνου έτσι τζιαιρόν
νάμαστεν στο χωρκό μας.

Να θυμάστε η ελπίδα είναι της ελευθερίας τροφή
με τους καμούς της ξενηθκιάς
σας εύχομαι από καρκιάς
σύντομην επιστροφήν.

Λονδίνο 1.11.1979