Της καρκιάς μου οι καμπάνες εβωβώσαν
τζιαι οι σκέψεις της καρκιάς μου μιλιούνια
οι μοντερνισμοί, τους νέους σήμερα μας τους αππώσαν
σαν τ’ αδέσποτα σιυλιά μεσ’ στα καντούνια.

Αρτίστες τζιαι ναρκωτικά, η Κύπρος εν γεμάτη
οι λαθρέμποροι εδραrζιάσαν, τζι’ ελεύθερα κυκλοφορούν
εκατάντησεν ο τόπος σαν το βρώμικο κρεββάτι
ξέρουν τους εγκληματίες, μα να τους πιάσουν δεν μπορούν.

Με τους νόμους της Ευρώπης ο παράνομος γλυτώνει
τζι’ άξιππα εν π’ αγκονίστην σιήλια δικαιώματα.
Ένας λογικός π’ ακούει, που τη σκέψην παλαβώνει
τζι’ η δικαιοσύνη εχώστην μεσ’ στα χαρακώματα.

Η πατρίδα μοιρασμένη, τζι’ η ειρήνη εφαραντζιήστην
λαθρεμπόριον με τους Τούρκους τώρα κάμνουν ορισμένοι.
Σήμερ’ εν έχουν αξίαν, πατριωτισμός, τζιαι πίστη
τον φτωχόν εγκλωβισμένον άης τον να περιμένει.

Κάrι πλούσιοι κυρίοι με ππαράν τζι’ επιχειρήσεις
στον βορκάν κλεφτάτα μπαίνουν, για να παίξουν στα καζίνα.
Που το κάχριν σου στα μούτρα έρκεται σου να τους φτύσεις
μα σιεπάζουν τες βρωμιές τους, πάντα τούτοι με το χρήμα.

Μπορεί ναύρω τον πελάν μου, που την κουρίαν ως τα νύσια
μα αμμά έσιει έτσ’ αδρώπους η ειρήνη εν νεκρή
μα έμαθα όμως με τον στίχον για να τους τα ψάλλω ίσια
στη ζωήν αγαπητοί μου η αλήθκεια εν πικρή.

Λονδίνο 28.11.1997