Με της σκέψης το ρολόϊ έκατσα για να μετρήσω
τες διαφορές του κόσμου, π’ έχουμεν πας στουν’ την πλάσην
μα ήβρα δύσκολον το πράμαν τέθκοιον πρόβλημα να λύσω
τζιαι η τζιεφαλή μου πάει, το μυαλόν της να το χάσει.

Εσιει αδρώπους σrουν’ τον κόσμον, που με πείσμαν προσπαθούσιν
την ειρήνη να τη θάψουν, τζιαι να σπάσουν τζιαι το φκιάριν
πάσκουν πόλεμους να κάμουν, πλάσματα να σκοτωθούσιν
που την προσφυγιάν τζι’ ορφάνειαν τούτοι πάντα φκάλλουν κκιάριν.

Εν πιστεύκω τουτ’ οι αδρώποι μέσα τους νάχουν καρκιάν
ξέρουν μόνον το συφφέρον, ναν’ η πούγγα τους γεμάτη
ζιουν τζιαι πάσκουν, πως θα ρίψουν τον φτωχόν μες στη φωθκιάν
γιατί θέλουν να τον έχουν, πάντα σκλάβον τζιαι σακκάτην.

Βρίσκουν πάτημαν θρησκείας, τζιαι το χρώμαν του προσώπου
νεκουτρέφκουν, βάλλουν σπόντες, τζιαι καπάλιν σουξουλούσιν
τα αδύνατα σημεία πάσκουν ναύρουν του αδρώπου
τζιαι να βάλλουν δκυο γειτόνους να αλληλοσκοτωθούσιν.

Μαύρον τζι’ άσπρον άμμα δούσιν νάκκον να καλοπερνά
πάσκουσιν με κάθε τρόπον να τους εύρουν μια αιτίαν
σγιον τον κούφον μπαίννει-φκαίννει, δηλητήριον τζιερνά
τζιαι να σσιήσει που την μέσην τζιείν’ την όμορφην φιλίαν.

Πέτε μου ποιος εν που φταίει; να υπάρχουν ετσ’ αδρώποι
που πασκίζουν κάθε μέρα το καλόν να ξιλειφτεί
της αγάπης τζιαι ειρήνης παν’ τζιαι χάννουνται οι κόποι
φταίουμεν εμείς λαλώ σας που τους βάλλουμεντε ‘φτιν.

Τουν’ τα πλάσματα να λείψουν, αν θα δούμεν άσπρην μέρα
είπα το τζιαι το τονίζω, τζιαι λαλώ το αλλοξανά
να φαραντζιηστούν, να φύουν, να χαθεί τζιαι η φοβέρα
γιατί τουτ’ έννεν αδρώποι, εν παιθκιά του σατανά.

Λονδίνο 16.11.1987