Θα έθελα στον Βαθύλακα πριχού να ξεψυσιήσω
τζιαι οι σκέψεις μου οι πρώτες
μαζί με τους Βαθυλατζιώτες
έννα κάτσω να γλεντήσω.

Με φίλους στον Βαθύλακαν να φκω στους μαχαλλάες
να πάω στον Εξιβουνά, Στάλον τζιαι Τραχανάες.
Βαθκιές, Λουρκάν τζιαι Ποταμόν
Μυρίτζια, Γούπες τζιαι Ναόν.

Στο Δάσος της Καβάλλας, με όρεξη θα τρέξω
με παρέαν τους φίλους όλους
μανιτάρκα, καραόλους
όπως πρώτα να σωρέψω.

Τους καφενέδες του χωρκού ούλλους θα τους γυρίσω
να κάτσω τζιαι να πιω καφέν, κανέναν εν θ’ αγκρίσω.
Εις του Χαμπή του Αρκυρού, Λεξή, του Χ” Ευτύχη
Δράκου τζιαι Νικολάτζιη
τζιαι να τους πω ο Βαθύλακας
εν του Θε ού κονάτζιη.

Στου Ττόφα τζιαι του Ττόφαλλου
κόμα τζιαι στου Σωτήρη
τζιαι οι σκέψεις μου οι πρώτες
θάναι στους Βαθυλατζιώτες
που ούλλοι τους κάμνουν χαϊρι.

Θάθελα να ξαναβρεθώ Λαμπρήν εις το χωρκόν σας
θα νέωννα καθεαυτόν
τζιείν’ τες χαρές για να γευτώ τ
ων ήθων τζι’ έθιμων σας.

Να δω τους νέους του χωρκού, τες νέες να τζιερνούσιν
έναν ποτόν ή έναν γλυκόν
τζι’ αν θα δεχτούν τζιεραστικόν
να ανυπομονούσιν.

Όπως τα γρόνια τα παλιά, να ξανακούσω τα δκιολιά
ν’ ακούσω τα λαούτα
να πω οι χάρες της ζωής
πάνω στη γην εν τούτα.

Να δω τους πρασινότοπους, σιτάρκα τζιαι κλιθθάρκα
καπνόν τζιαι τα λαχανικά
που φκαίναν στον Βαθύλακαν
τζι’ εγέμωναν πιθάρκα.

Τζι’ αν τώρα τον Βαθύλακα ξένα σιέρκα κρατούσιν
τζιαι τα ιερά μας χώματα
τζι’ αν τα ποδοπατούσιν
εννάρτει η ιερά στιγμή κοντά μας να στραφούσιν.

Στες τέσσερις μας εκκλησιές θα παίξουν οι καμπάνες
τα μαύρα θα πετάξουσιν μαυροντυμένες μάνες
με τη σημαία της χαράς χορόν εννά κουρτίσουν
πίκρες τζι’ αν εγευτήκασιν
σπίθκια που χαλαστήκασιν
έννα τα ξαναχτίσουν.

Την φορεσιάν της προσφυγιάς θα κάψουν στην πλατεία
τα γλέντια θάναι γιατρικά
τζιαι μέσα στον Βαθύλακα
θα γεννηθεί ευτυχία.

Τελειώνοντας με μιαν ευχήν στον κάθε χωρκανόν σας
μονόβουλοι να σταθείτε
τζι’ εύχομαι σας να στραφείτε
με υγείαν στο χωρκό σας.

Λονδίνο 1.12.1990