Ζιώ μεσ’ στην μαύρην ξενηθκιάν τριανταπέντε γρόνους
εν τζιαι λαλώ σας παραμύθκια
εσυνάντησα στ’ αλήθκεια
χαρές, πίκρες τζιαι πόνους.

Τες μεαλλύπερες χαρές δκιούν μας τες τα παιθκιά μας
τζι’ οι πίκρες εν αμέτρητες
που υπάρχουσιν καταχτητές
μεσ’ τ’ όμορφα χωρκά μας.

Εψές η κόρη μου η μιτσιά είπεν μου, τάτη πέ μου
γιατί να μεν μπορώ τζι’ εγιώ
να πάω στην Κύπρον για να δω
το σπίτιν της στετές μου;

Είπα της έσιει πρόβλημαν, μα εννά βρεθεί μια λύση
το πρόβλημα μας εν γνωστόν
μα έχουμεν πίστη στο Χριστόν
πως θα μας βοηθήσει.

Τάτη, γιατ’ εν μας βοηθούν, λαλεί μου, οι μεγάλοι
ο Ρώσσος, ή ο Αμερικάνος;
Μεν μου πεις έννεν ικανός
με τον Τούρκον να τα βάλει;

Αφούτις το χουμίζουνται
πως πάντα αγωνίζουνται
να μεν υπάρχουν σκλάβοι
έχουν τη δύναμιν, μπορούν,
εξήγα μου τι καρτερούν;
Να πιάσουν την Κύπρον ούλλην;

Τι να του πω τζιείν’ του μωρού, τι να του απαντήσω;
Πως έτσι είναι ο ντουνιάς
τζιαι ό,τι κλέψει ο φονιάς
δύσκολα δκια το πίσω;

Τσας τζι’ ένιωσα μασιερκάν τζιείν’ τη στιγμή
στα στήθκεια μέσα στη σκέψη ντύθηκα
γιατί μιαν παροιμίαν αθθυμήθηκα:
απού μιτσήν, τζι’ απού πελλόν ακούεις την αλήθκειαν.

Λονδίνο 18.1.1996