Κοσπέντε γρόνοι ερέξασιν
που τζιείνην την ημέραν
που μας εκλέψαν την χαράν,
την προσφυγιάν τζιαι συφφοράν
στην Τζιύπρον μας εφέραν.

Κοσπέντε γρόνους δίσεχτους
κοσπέντε καλοτζιαίρκα
της Τζιύπρου εν μιάλοι οι πόνοι της
γιατί την φήκαν μόνην της ξιφυλλισμένη βέρκα.

Κοσπέντε γρόνια ολόσωστα
μ’ ολόμαυρες σελίδες
ούλλοι υποστηρίζουν μας
κουτόχορτον ταϊζουν μας
τζιαι ψεύτιτζιες ελπίδες.

Οι πλανητάρχες τουν’ της γης
δείχνουν ενδιαφέρον
θα επεμβούν εντατικά
φτάννει να έχουν φυσικά
οι ίδιοι συφφέρον.

Μα αν κάμεις κάποιαν έρευναν
σε ούλλους τους τομείς
τζιαι σκοπήσεις την ατζιένταν
πάνω στούτην την κουβένταν
φταίουμεν νάκκον τζι’ εμείς.

Φταίουμεν, γιοτ’ εχάσαμεν
τον πατριωτισμόν μας
οι λίρες τζι’ ο μοντερνισμός
ψηλομουπία, Ευρωπαϊσμός
έκλεψαν το μυαλό μας.

Εχάσαμεν τον πατριωτισμόν
τζι’ ο νους μας εν φελά
τζι’ άλλα χωρκά ν’ αρπάξουσιν
όσον τζιαι να μας βλάψουσιν
η σούβλα ναν’ καλά.

Σούβλες τζιαι διπλοκάμπινα
μόπαηλ τζιαι Ρουμάνες
πασ’ τον ππαράν εν οι οφθαλμοί
τζι’ ας κλαιν’ στην πράσινη γραμμήν
αγνοουμένων μάνες.

Κάποιοι θα πουν η γλώσσα μου
ότι φωθκιάν πετάσσει
μ’ είμαι ποτζιείνους που πονούν
πιστεύκω αμμέν βάλουμεν νουν
ο Τούρκος εν ταράσσει.

Λονδίνο 15. 7. 1999